Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΟΙ "ΣΠΙΘΕΣ" ΜΑΣ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΑΙΩΝΙΟ ΜΑΘΗΜΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΑ !!!

Μέσα ή έξω από το ευρώ;
Γράφει ο Τσιαντής Κώστας
 Η κρίση που μαστίζει την πατρίδα και βιώνει καθημερινά ο λαός μας δεν έχει προηγούμενο. Και  οι εξελίξεις αναμένονται ακόμα πιο επώδυνες και καταστροφικές αν δεν αλλάξει ριζικά η πολιτική. Η κυβέρνηση, παρά την έκρηξη που σημειώνεται στον εργασιακό χώρο, παρά την διάλυση της κοινωνίας και την υπονόμευση της εθνικής κυριαρχίας με τους όρους δανεισμού που υπέγραψε[1],[2],[3] επιμένει στην πολιτική του Δ.Ν.Τ. Πολλοί επίσημοι μας καθησυχάζουν. Ωστόσο, κανένας σοβαρός οικονομολόγος δεν υποστηρίζει την επιτυχή  κατάληξη αυτής της πολιτικής.

Στις  8 Δεκεμβρίου 2010 ο διάσημος οικονομολόγος .... Νουριέλ Ρουμπινί, μιλώντας σε στελέχη από τον επιχειρηματικό και τραπεζικό χώρο στην Αθήνα, τόνισε ότι τα δύο  πιθανά σενάρια  για την Ελλάδα είναι πλέον είτε η ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους της  είτε η έξοδος από την Ευρωζώνη, δηλαδή η  επιστροφή στη δραχμή[4].  Την επιστροφή στη δραχμή μας συστήνουν και σοβαροί έλληνες οικονομολόγοι, όπως ο καθηγητής Ανδρέας Αθηναίος (με σειρά εκπομπών που έχουν  παρουσιαστεί στο High TV), o καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου  Κώστας Λαπαβίτσας (σε συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία το Νοέμβριο)[5] καθώς και άλλοι[6], οι οποίοι στηρίζουν την ανάλυσή τους στη σύγχρονη χρηματιστηριακή συσσώρευση του κεφαλαίου και στην πολιτική των κλασματικών αποθεμάτων με την οποία οι τράπεζες παράγουν χρήμα από το τίποτα,  σπρώχνοντας κράτη και επιχειρήσεις στη χρεωκοπία και την ξένη εξάρτηση. Είναι αποκαλυπτική από την άποψη αυτή η «εξομολόγηση ενός οικονομικού δολοφόνου»[7].


Την αντίθεσή τους όμως για επιστροφή στη δραχμή εκφράζουν άλλοι   οικονομολόγοι, οι οποίοι αποδίδουν την κρίση στο γεγονός ότι η Δύση, και πολύ περισσότερο η Ελλάδα, απέτυχε να ανταγωνιστεί την Ανατολή στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας. Έτσι σε πρόσφατο άρθρο του στο capital.gr o Ορέστης Θεόδωρος  ισχυρίζεται ότι  «η επιστροφή στη δραχμή θα έχει κόστος πολέμου...»[8]. Η ελληνική χρεοκοπία, τονίζει, είχε δρομολογηθεί μια με δυο δεκαετίες πριν από την είσοδό μας στο ευρώ στο βαθμό που δεν έγιναν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις:  «Δρομολογήθηκε όταν εμφανίστηκαν οι αναπτυσσόμενες χώρες με τα φτηνότερα εργατικά χέρια και εμείς αντί να αντιδράσουμε ορθολογικά αρχίσαμε να βουλώνουμε τρύπες με δανεικά...». Η παραπάνω τοποθέτηση είναι συνυφασμένη  με το πρόβλημα της αποβιομηχάνισης της χώρας, την οποία  επεσήμαινε σταθερά επί χρόνια ο καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Παρισιού Κώστας Βεργόπουλος, καταδείχνοντας τη στρεβλή καπιταλιστική συνθήκη που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα με στόχο την εκμετάλλευση και απομύζηση του εθνικού προϊόντος, καθώς και την ακύρωση κάθε αυτόνομης ανάπτυξης.


Την  αναζήτηση της λύσης εντός της ΕΕ υποδηλώνουν και οι 14 προτάσεις του νομπελίστα οικονομολόγου Χριστόφορου Πισαρίδη στην Καθημερινή[9],  τις οποίες συνυπογράφουν και οι καθηγητές  στις  Η.Π.Α Κώστας Αζαριάδης, και  Γιάννης Ιωαννίδης. Ως προϋπόθεση των  «ριζοσπαστικών αναπτυξιακών στρατηγικών» που προτείνουν τίθεται η λήψη μέτρων με τα οποία η κοινή γνώμη θα πεισθεί πως επίκειται σοβαρή πάταξη της διαφθοράς,  φυλακίζονται οι μεγάλοι σφετεριστές του δημοσίου χρήματος, γίνεται παραίτηση των πολιτικών από σκανδαλώδη προνόμια και  βελτιώνεται η εφιαλτική ανεπάρκεια του Δημοσίου.

Μπροστά στις αντιτιθέμενες ανωτέρω σχολές οικονομικής σκέψης  είναι προφανές ότι η απάντηση στο ερώτημα «μέσα ή έξω από το ευρώ» δεν είναι της μορφής «άσπρο-μαύρο» και, συνεπώς, το ερώτημα πρέπει να εξετασθεί στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, όπου οι οικονομικές προτάσεις συνεκτιμώνται μαζί με άλλους παράγοντες. Σήμερα η σχέση πολιτικής, οικονομίας και γεωστρατηγικής για τη χώρα μας είναι κρίσιμη και καθιστά το οικονομικό μας πρόβλημα ουσιαστικά πρόβλημα υψηλής πολιτικής την οποία ελάχιστοι ίσως μπορούν να ασκήσουν.  Μεταξύ αυτών δεσπόζουσα θέση κατά τη γνώμη  μου καταλαμβάνει ο ακαδημαϊκός Βασίλης Μαρκεζίνης, του οποίου οι πρόσφατες ομιλίες επί των οικονομικών και εθνικών μας θεμάτων είναι αξιοσημείωτες[10],[11].
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Βασίλης  Μαρκεζίνης τοποθετεί τις οικονομικές του προτάσεις δίδεται στο Παρόν της 28/2/2010,  σε μια στιγμή  όπου δεν είχε ακόμα αποφασιστεί η πολιτική του Μνημονίου και ανακοινωθεί το αναθεωρημένο ύψος του ελλείμματος ( 15.4 % του Α.Ε.Π.)[12].  Στο άρθρο του ο Μαρκεζίνης αναγνωρίζει την ευθύνη που φέρουμε  οι ίδιοι ως χώρα για την κρίση, αλλά παράλληλα επισημαίνει το μερίδιο ευθύνης  που έχει  ο εξωτερικός παράγοντας  Ο παράγοντας αυτός, τονίζει, «σχετίζεται με τις άπληστες τράπεζες της Γουόλ Στριτ και του Σίτι του Λονδίνου», οι περισσότερες από τις οποίες «αν και διασώθηκαν με χρήματα φορολογουμένων και, τα τελευταία χρόνια, πλούτισαν αφάνταστα, επιμένουν να μη χρησιμοποιούν τα νέα κεφάλαια για να βοηθήσουν τις δυσπραγούσες μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις ή και το ίδιο το κράτος». Στην Ελλάδα όντως ζούμε σήμερα καθημερινά αυτή την τακτική των τραπεζών, οι οποίες αν και  έχουν στηριχτεί από το κράτος με 55 περίπου δις ευρώ (πέρυσι και φέτος), εντούτοις παραμένουν αδιάφορες μπροστά  στην κατάρρευση της παραγωγικής μας βάσης, οδηγώντας τις παραγωγικές μας επιχειρήσεις στο κλείσιμο και τους εργαζόμενους στην ανεργία και την κοινωνική περιθωριοποίηση.
Τη λύση στο πρόβλημα πρέπει να την αναζητήσουμε, έλεγε το Φεβρουάριο ο Μαρκεζίνης, εκτός του Δ.Ν.Τ, αλλά εντός της ΕΕ, και ιδιαίτερα σε συμπαράταξη με εκείνα τα κράτη της Ευρώπης με τα οποία διατηρούμε ουσιαστικές σχέσεις, όπως η Γαλλία και, ενδεχομένως, η Γερμανία (έστω και αν αυτή προσπαθεί να μας φέρει στο χείλος της αβύσσου, αποβλέποντας  να αποκτήσει μερικές από τις καλύτερες εταιρείες μας). Οι αγγλοσάξονες,  τόνιζε,  μας θέλουν στο ΔΝΤ,  «ελπίζοντας ότι θα προκαλέσουν έτσι τη γενικότερη παρακμή του ευρώ».  Όμως τη στήριξή μας δεν θα την αναζητήσουμε μόνο στους ευρωπαίους, αλλά και στην Κίνα, «η οποία, αυτήν την εποχή, χρηματοδοτεί τις ΗΠΑ, ουσιαστικά ολόκληρη την Αφρική και έχει, επίσης, διαρκώς πιο ενεργό παρουσία στη Νότια Αμερική».
Σήμερα βέβαια  η παρουσία  στη χώρα μας του Δ.Ν.Τ. είναι γεγονός. Ωστόσο οι ιδέες-προτάσεις  του Β. Μαρκεζίνη για πολυδιάστατη πολιτική ανθούν ξανά, βρίσκοντας γόνιμο έδαφος μέσα στη διακήρυξη που κινήματος ανεξάρτητων πολιτών ΣΠΙΘΑ την οποία παρουσίασε ο Μίκης  Θεοδωράκης στη δίωρη ομιλία του στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης την 1η Δεκεμβρίου 2010  παρουσία πλήθους πολιτών[13].  Η διακήρυξη αυτή είναι μνημειώδης για το παρόν και το μέλλον της Ελλάδας και αποτελεί τομή και κείμενο αναφοράς για πολιτική μας ιστορία.
Κορμός  στο δέντρο των ιδεών και των προτάσεων Θεοδωράκη είναι ο ελληνικός πολιτισμός κατά τις αδιάκοπες φάσεις της ιστορικής του εξέλιξης, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα.  «Είμαστε σε θέση να γίνουμε ουσιαστικά ανεξάρτητοι;», ρωτάει ο Θεοδωράκης. «Και το κυριότερο: Μπορούμε να αποφασίσουμε να ζούμε διαφορετικά απ’ ό,τι συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες, από τότε που ενέσκηψε το πάθος του καταναλωτισμού», που στηρίζεται σε έναν τρόπο ζωής ξένο προς τον ελληνικό χαρακτήρα και που μας έκανε να ζούμε με δανεικά- προς όφελος των μεγάλων οικονομικών μονοπωλίων;
Οι προτάσεις Θεοδωράκη όσον αφορά την οικονομική και εξωτερική μας πολιτική περνούν από τα εξής κρίσιμα  σημεία: (1) έξοδό μας από το ΔΝΤ, (2) «επανεξέταση των συμφωνιών μεταξύ Ελλάδας και ΝΑΤΟ και απαλοιφή όσων συμφωνιων θίγουν τα εθνικά μας συμφέροντα»,  (3) «στροφή από τη μονομερή εξάρτηση από ΗΠΑ και Ευρώπη», και (4) «σύναψη νέων συμφωνιών με Ρωσία και Κίνα με όρους, πρώτον, τη μακρόχρονη εξόφληση του χρέους, δεύτερον, εξόφληση σε είδος και, τρίτον, συμψηφισμό χρεών με την ίδρυση κοινοπραξιών γύρω από εγχώριες πλουτοπαραγωγικές πηγές με απόλυτη διασφάλιση των εθνικών μας συμφερόντων».
Οι προτάσεις Θεοδωράκη εναρμονίζονται προφανώς με εκείνες του Β. Μαρκεζίνη στα θέματα της οικονομίας και της εθνικής εξωτερικής  πολιτικής. Η εναρμόνιση αυτή αλλά και η εμπιστοσύνη που μας εμπνέουν οι μεγάλες αυτές προσωπικότητες είναι η στέρεα βάση για τις επιλογές και την πολιτική ενεργοποίησή μας.  Οι προτάσεις  της ΣΠΙΘΑ, σε σχέση με  εκείνες που θέλουν την έξοδό μας από το ευρώ, έχουν και διεκδικούν ισχυρότερα πολιτικά ερείσματα για τη χώρα. Στη βάση αυτών των προτάσεων είναι καιρός να συσπειρωθούν οι κοινωνικές δυνάμεις, να ενθαρρυνθούν νέοι  άνθρωποι να μπουν στην πολιτική, να αξιοποιηθούν  έμπειρες ηγετικές προσωπικότητες και να αναδειχτούν ακέραια και ικανά στελέχη μέσα από  ένα διευρυνόμενο μαζικό λαϊκό κίνημα για ανατροπή της υπάρχουσας πολιτικής και   ανοικοδόμηση της Νέας Ελλάδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου